Σε μια προσπάθεια να κατευνάσει την ένταση και να αποκαταστήσει τις δικές του θέσεις στο ζήτημα που έχει προκύψει, ο Βαγγέλης Φραγκιαδάκης έδωσε τη δική του απάντηση σήμερα, μέσω του Ράδιο Λασίθι, σχετικά με την εμπλοκή που προέκυψε με τη δωρεά των 50.000 ευρώ για το μουσείο του Μύρτου. Ο κ. Φραγκιαδάκης, εμφανώς πικραμένος από τη δημόσια τροπή που πήρε η υπόθεση, τοποθέτησε τον πυρήνα του ζητήματος όχι στην ουσία της πρότασής του, αλλά σε μια «κακή επικοινωνία» και παρεξήγηση με τον, όπως τόνισε, «φίλο μιας ολόκληρης ζωής», Μανώλη Δημητριανάκη. Αποκαλύπτοντας άγνωστες πτυχές της σχέσης του, τόσο με τον ίδιο τον κ. Δημητριανάκη όσο και με τον αείμνηστο πατέρα του, Γιώργο Δημητριανάκη, τον οποίο είχε δάσκαλο, ο κ. Φραγκιαδάκης αντέκρουσε τα επιχειρήματα περί αλλαγής ονόματος και κερδοσκοπίας, κάνοντας λόγο για «πληγή» από τις αιτιάσεις και τονίζοντας πως η πρότασή του ήταν πάντα «προς συζήτηση» και ποτέ τελεσίδικη.
Ο κ. Φραγκιαδάκης ξεκίνησε τη συνέντευξή του με μια εκτενή, συναισθηματική αναφορά στην προσωπική του σχέση με την οικογένεια Δημητριανάκη, η οποία, όπως είπε, τον «πίκρανε πάνω απ’ όλα».
«Με τον Μάνο, γιατί εγώ μια ζωή Μάνο τον έλεγα, έχουμε μια φιλία μιας ολόκληρης ζωής. Τα πρώτα μου βήματα τα έκανα στο σπίτι του», ανέφερε, χαρακτηρίζοντας τον πατέρα του, Γιώργο Δημητριανάκη, ως έναν άνθρωπο που «έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή μου και στην καριέρα μου», όντας η έμπνευσή του για την ενασχόληση με τις φυσικές επιστήμες.
Μάλιστα, αποκάλυψε πως ως φοιτητής στο Berkeley τη δεκαετία του ’70, θέλοντας να συνεισφέρει στο έργο του δασκάλου του, έστελνε ολόκληρη την υποτροφία του για πέντε χρόνια στο σχολείο του Μύρτου, για τα παιδιά που έδειχναν κλίση στις επιστήμες.
Περιέγραψε επίσης τη μουσική τους σχέση, λέγοντας πως από τον Μάνο Δημητριανάκη αγάπησε το ρεμπέτικο, έπαιξαν μαζί επαγγελματικά στην Ολλανδία και η προσφορά του στον τομέα αυτό είναι «αναμφισβήτητη».
Η Εξέλιξη της Πρότασης και η «Παρεξήγηση»
Μπαίνοντας στην ουσία της υπόθεσης, ο κ. Φραγκιαδάκης εξήγησε ότι η αρχική του σκέψη, πριν από τρία χρόνια, αφορούσε τη δημιουργία ενός Ιδρύματος («Ίδρυμα Δέσποινα Φραγκιαδάκη», στο όνομα της μητέρας του) με κεφάλαιο 50.000 ευρώ. Αυτό το Ίδρυμα θα είχε πενταμελές συμβούλιο (Δήμαρχος, Πρόεδρος Μύρτου, δύο ακαδημαϊκοί και ο ίδιος) και θα αναλάμβανε την ανακαίνιση και λειτουργία του μουσείου.
Ωστόσο, η νομοθεσία άλλαξε, ανεβάζοντας το ελάχιστο κεφάλαιο για ιδρύματα στις 200.000 ευρώ, καθιστώντας το σχέδιο ανέφικτο. «Σε συνεννόηση λοιπόν με τους δικηγόρους του Δήμου», εξήγησε, «αποφασίσαμε από κοινού ότι μπορεί να γίνει μία ΑΜΚΕ (Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία)».
Απαντώντας στην κριτική του κ. Δημητριανάκη ότι η ΑΜΚΕ δεν έχει ακόμη ιδρυθεί, ο κ. Φραγκιαδάκης ήταν σαφής: «Το καταστατικό είναι έτοιμο. Αλλά με συμβούλεψαν οι δικηγόροι μου ότι δεν πρέπει να κάνω κάτι τέτοιο πριν ακόμα εξασφαλιστεί ότι όντως θα γίνει το πράγμα αυτό. Δεν έχει κανένα νόημα».
Το Θέμα του Ονόματος
Ο κ. Φραγκιαδάκης απέδωσε την κρίση σε μια αλυσίδα κακής επικοινωνίας. Η νέα πρόταση για την ΑΜΚΕ κατατέθηκε στην κοινότητα ως «πρόταση προς συζήτηση» και εγκρίθηκε από το τοπικό συμβούλιο. «Την επόμενη μέρα εγώ έφυγα για την Αμερική και τότε το πληροφορήθηκε ο κύριος Δημητριανάκης. Ίσως να ήταν λάθος που δεν τον ειδοποιήσαμε», παραδέχτηκε, αν και συμπλήρωσε πως δεν το σκέφτηκε, καθώς είχαν συζητήσει το θέμα «πάρα πολλές φορές» τα τελευταία τρία χρόνια.
Όταν ενημερώθηκε για τις αντιρρήσεις, προσπάθησε αμέσως να επικοινωνήσει: «Του έστειλα ένα γραπτό, λεπτομερές μήνυμα στο οποίο τον παρακαλούσα να μου πει τους ενδοιασμούς του και του υποσχέθηκα ότι δεν θα γίνει τίποτα, απολύτως τίποτα, χωρίς τη δική του συναίνεση. Δεν απάντησε ποτέ».
Το κυριότερο σημείο της παρεξήγησης, κατά τον κ. Φραγκιαδάκη, είναι το όνομα. Δήλωσε κατηγορηματικά ότι ούτε ο ίδιος, ούτε το τοπικό συμβούλιο γνώριζαν τον δεσμευτικό όρο στο αρχικό δωρητήριο της συλλογής. Παρ’ όλα αυτά, υποστήριξε ότι η πρότασή του ποτέ δεν σκόπευε να αλλάξει το όνομα.
«30 χρόνια τώρα, υπάρχει μία τεράστια ταμπέλα έξω απ’ το μουσείο, η οποία αναφέρει: “Δήμος Ιεράπετρας, Μουσείο Μύρτου, Συλλογή Γεωργίου Δημητριανάκη”. […] Εγώ, με την πρότασή μου είναι ξεκάθαρη. Λέει μέσα: “Δήμος Ιεράπετρας, Μουσείο Μύρτου – Δέσποινα Φραγκιαδάκη, Συλλογή Γεωργίου Δημητριανάκη”. Εγώ, με τη δική μου την άποψη δεν άλλαξα τίποτα», τόνισε.

Ο κ. Φραγκιαδάκης εξέφρασε τη βαθιά του ενόχληση για τους ισχυρισμούς περί κερδοσκοπίας μέσω της καφετέριας ή του πωλητηρίου. «Αυτό προσωπικά με πλήγωσε», είπε. «Να υπονοηθεί ότι εγώ το κάνω για λόγους επαγγελματικούς, να βγάλω χρήματα; Μα, εδώ έχω ξοδέψει δεκάδες φορές περισσότερα μέχρι τώρα χωρίς κανένα αντάλλαγμα».
Ξεκαθάρισε ότι ο μόνος σκοπός ήταν η δημιουργία ενός «μικρού εισοδήματος» αποκλειστικά για την κάλυψη των λειτουργικών εξόδων, ώστε να παραμείνει το μουσείο ανοιχτό. «Τι νόημα υπάρχει αν το μουσείο ανακαινιστεί και δεν λειτουργήσει;», διερωτήθηκε.
Η Επόμενη Μέρα
Ο κ. Φραγκιαδάκης δήλωσε ότι παραμένει ανοιχτός σε διάλογο, όπως, ισχυρίστηκε, ήταν από την πρώτη στιγμή. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι ο χρόνος δεν είναι απεριόριστος. Η μελέτη για την ανακαίνιση, χρηματοδοτούμενη από την Περιφέρεια, είναι ήδη σε εξέλιξη και μάλιστα, όπως είπε, βρέθηκαν κλεισμένα σε ντουλάπια ευρήματα «μεγάλης αξίας» τα οποία αξίζουν να εκτεθούν.
Τόνισε δε, πως ο κίνδυνος που είχε επισημάνει η Αρχαιολογική Υπηρεσία και η πρώην προϊστάμενη κα Σοφιανού, να πάρει τη συλλογή και να τη μεταφέρει στο Μουσείο Αγίου Νικολάου λόγω ακαταλληλότητας του χώρου, παραμένει υπαρκτός αν το έργο δεν προχωρήσει.
«Η πρότασή μου ισχύει», δήλωσε. Αν όμως το όνειρο αυτό «ναυαγήσει», τα 50.000 ευρώ δεν θα χαθούν. «Η αγάπη μου για τον τόπο δεν σταματάει στο μουσείο. Υπάρχουν αρκετές ανάγκες, αρκετές ελλείψεις να καλύψουμε και ήδη έχουμε σχέδια».

Δημοσίευση σχολίου